Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El azucarero
01
ζαχαροδοχείο, δοχείο ζάχαρης
recipiente donde se guarda y sirve el azúcar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
azucareros
Παραδείγματα
El azucarero combina con la tetera.
Η ζαχαριέρα συνδυάζεται με την τσαγιέρα.



























