el merluza
mer
meɾ
μερ
lu
ˈlu
λου
za
θa
θα
chapuza

Ορισμός και σημασία του "merluza"στα ισπανικά

01

μπακαλιάρος, χέικ

pez blanco de carne suave que se consume mucho en la cocina 
el merluza definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
merluzas
Παραδείγματα
Hoy cocinaremos merluza al horno. 

Σήμερα θα μαγειρέψουμε μερούζα στον φούρνο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store