noveno
no
no
νο
ve
ˈβe
βε
no
no
νο
venenotruenobuenolleno

Ορισμός και σημασία του "noveno"στα ισπανικά

01

ένατος

que ocupa el lugar número nueve en una serie o secuencia 
noveno definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
noveno
αρσενικό πληθυντικό
novenos
θηλυκό ενικό
novena
θηλυκό πληθυντικό
novenas
θεματικό πεδίο
orden, secuencia, numeración
Παραδείγματα
El noveno piso del edificio tiene una terraza grande. 

Ο ένατος όροφος του κτιρίου έχει μια μεγάλη βεράντα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store