Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
multicultural
01
πολυπολιτισμικός, πολυπολιτισμικό
que incluye o mezcla varias culturas diferentes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
el más multicultural
συγκριτικός βαθμός
más multicultural
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
multicultural
αρσενικό πληθυντικό
multiculturales
θηλυκό ενικό
multicultural
θηλυκό πληθυντικό
multiculturales
Παραδείγματα
La universidad ofrece programas multicultural.
Το πανεπιστήμιο προσφέρει πολυπολιτισμικά προγράμματα.
Λεξικό Δέντρο
multicultural
cultural
culture



























