Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
relajar
01
χαλαρώνω, ξεκουράζομαι
descansar o tranquilizarse para sentirse mejor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
relajo
γ΄ ενικό πρόσωπο
relaja
ενεστώτα μετοχή
relajando
απλός αόριστος
me relajé
παθητική μετοχή
relajado
Παραδείγματα
Después del trabajo, me gusta relajarme leyendo un libro.
Μετά τη δουλειά, μου αρέσει να χαλαρώνω διαβάζοντας ένα βιβλίο.
02
χαλαρώνω
hacerse menos tensas o hostiles las relaciones entre países o grupos
Παραδείγματα
Las relaciones entre los países comenzaron a relajarse.
Οι σχέσεις μεταξύ των χωρών άρχισαν να χαλαρώνουν.



























