Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
relajar
01
χαλαρώνω, ξεκουράζομαι
descansar o tranquilizarse para sentirse mejor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
relajo
γ΄ ενικό πρόσωπο
relaja
ενεστώτα μετοχή
relajando
απλός αόριστος
me relajé
παθητική μετοχή
relajado
Παραδείγματα
Me siento mejor cuando me relajo en casa.
Αισθάνομαι καλύτερα όταν χαλαρώνω στο σπίτι.
02
χαλαρώνω
hacerse menos tensas o hostiles las relaciones entre países o grupos
Παραδείγματα
La situación se relajó gradualmente.
Η κατάσταση χαλάρωσε σταδιακά.



























