la moda
ˈko
ko
mo
mo
mo
da
da
da
cómodo

Ορισμός και σημασία του "cómoda"στα ισπανικά

01

κομό, συρταριέρα

mueble con cajones para guardar ropa u otros objetos 
la cómoda definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
cómodas
Παραδείγματα
Guardé mi ropa en la cómoda. 

Έβαλα τα ρούχα μου στην κομόδα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store