Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
encender
[past form: encendí][present form: enciendo]
01
ανάβω, ενεργοποιώ
poner en funcionamiento una luz, fuego o aparato para que produzca calor o luz
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
enciendo
γ΄ ενικό πρόσωπο
enciende
ενεστώτα μετοχή
encendiendo
απλός αόριστος
encendí
παθητική μετοχή
encendido
Παραδείγματα
No olvides encender la computadora.
Μην ξεχάσεις να ανάψεις τον υπολογιστή.
02
ανάβω
enojarse de manera rápida y visible, con fogosidad
Παραδείγματα
El entrenador está encendiéndose con las decisiones del árbitro.
Ο προπονητής ανάβει με τις αποφάσεις του διαιτητή.



























