Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
encender
01
ανάβω, ενεργοποιώ
poner en funcionamiento una luz, fuego o aparato para que produzca calor o luz
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
enciendo
γ΄ ενικό πρόσωπο
enciende
ενεστώτα μετοχή
encendiendo
απλός αόριστος
encendí
παθητική μετοχή
encendido
Παραδείγματα
Enciendo la luz cuando entro en la habitación.
Ανάβω το φως όταν μπαίνω στο δωμάτιο.
02
ανάβω
enojarse de manera rápida y visible, con fogosidad
Παραδείγματα
Su rostro se encendió cuando escuchó el insulto.
Το πρόσωπό του ανάφλεξε όταν άκουσε την προσβολή.



























