Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
apagar
[past form: apagué][present form: apago]
01
σβήνω, απενεργοποιώ
dejar de funcionar un aparato o extinguir una luz o fuego
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
apago
γ΄ ενικό πρόσωπο
apaga
ενεστώτα μετοχή
apagando
απλός αόριστος
apagué
παθητική μετοχή
apagado,apago
Παραδείγματα
¿ Puedes apagar la radio?
Μπορείς να κλείσεις το ραδιόφωνο;



























