Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
apagar
01
σβήνω, απενεργοποιώ
dejar de funcionar un aparato o extinguir una luz o fuego
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
apago
γ΄ ενικό πρόσωπο
apaga
ενεστώτα μετοχή
apagando
απλός αόριστος
apagué
παθητική μετοχή
apagado,apago
Παραδείγματα
Apaga la luz, por favor.
Σβήσε το φως, σε παρακαλώ.



























