apagar
Pronunciation
/ˌapaɣˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "apagar"στα ισπανικά

apagar
[past form: apagué][present form: apago]
01

σβήνω, απενεργοποιώ

dejar de funcionar un aparato o extinguir una luz o fuego
apagar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
apago
γ΄ ενικό πρόσωπο
apaga
ενεστώτα μετοχή
apagando
απλός αόριστος
apagué
παθητική μετοχή
apagado,apago
Παραδείγματα
¿ Puedes apagar la radio?
Μπορείς να κλείσεις το ραδιόφωνο;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store