uruguayo
u
u
oo
rug
ˈɾuɣ
roogh
ua
wa
va
yo
ʝo
yo
paraguayoensayorayomayo

Ορισμός και σημασία του "uruguayo"στα ισπανικά

01

ουρουγουανός

relacionado con Uruguay o con sus habitantes 
uruguayo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
uruguayo
αρσενικό πληθυντικό
uruguayos
θηλυκό ενικό
uruguaya
θηλυκό πληθυντικό
uruguayas
Παραδείγματα
Mi amigo es uruguayo. 

Ο φίλος μου είναι Ουρουγουανός.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store