Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La vía
01
δρόμος, οδός
camino, ruta o medio por el cual se transita o se logra algo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
vías
Παραδείγματα
Siguieron la vía del río hasta el pueblo.
Ακολούθησαν τη διαδρομή του ποταμού μέχρι το χωριό.
02
ράγα, σιδηροδρομική γραμμή
el camino formado por rieles y traviesas por donde circulan los trenes
Παραδείγματα
El tren se detuvo porque había un árbol caído sobre la vía.
Το τρένο σταμάτησε γιατί υπήρχε ένα δέντρο που είχε πέσει πάνω στην γραμμή.



























