Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fascinar
01
γοητεύω, μαγεύω
encantar mucho a alguien algo o alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
fascino
γ΄ ενικό πρόσωπο
fascina
ενεστώτα μετοχή
fascinando
απλός αόριστος
fasciné
παθητική μετοχή
fascinado
Παραδείγματα
A ella le fascina la música clásica.
Σαγηνεύω σημαίνει ότι αγαπά πραγματικά την κλασική μουσική.



























