Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intentar
01
προσπαθώ
hacer un esfuerzo para lograr algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
intento
γ΄ ενικό πρόσωπο
intenta
ενεστώτα μετοχή
intentando
απλός αόριστος
intenté
παθητική μετοχή
intentado
Παραδείγματα
Voy a intentar aprender español.
Πρόκειται να προσπαθήσω να μάθω ισπανικά.



























