Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
proteger
01
προστατεύω
cuidar o defender algo o a alguien para evitar daño
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
protejo
γ΄ ενικό πρόσωπο
protege
ενεστώτα μετοχή
protegiendo
απλός αόριστος
protegí
παθητική μετοχή
protegido
Παραδείγματα
El muro protege la casa del viento fuerte.
Ο τοίχος προστατεύει το σπίτι από τον δυνατό άνεμο.



























