proteger
Pronunciation
/pɾˌotexˈɛɾ/

Ορισμός και σημασία του "proteger"στα ισπανικά

proteger
01

προστατεύω

cuidar o defender algo o a alguien para evitar daño
proteger definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
protejo
γ΄ ενικό πρόσωπο
protege
ενεστώτα μετοχή
protegiendo
απλός αόριστος
protegí
παθητική μετοχή
protegido
Παραδείγματα
El muro protege la casa del viento fuerte.
Ο τοίχος προστατεύει το σπίτι από τον δυνατό άνεμο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store