Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
practicar
01
εξασκώ
repetir una actividad para mejorar habilidades o prepararse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
practico
γ΄ ενικό πρόσωπο
practica
ενεστώτα μετοχή
practicando
απλός αόριστος
practiqué
παθητική μετοχή
practicado
Παραδείγματα
Practicar la guitarra me ayuda a relajarme.
Εξάσκηση της κιθάρας με βοηθά να χαλαρώσω.
02
παίζω
realizar una actividad deportiva o física con regularidad
Παραδείγματα
Los niños practican karate en la escuela.
Τα παιδιά ασκούνται στο καράτε στο σχολείο.



























