practicar
prac
pɾak
πρακ
ti
ti
τι
car
ˈkaɾ
καρ
televisarruborizarblanqueardescolgar

Ορισμός και σημασία του "practicar"στα ισπανικά

practicar
01

εξασκώ

repetir una actividad para mejorar habilidades o prepararse 
practicar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
practico
γ΄ ενικό πρόσωπο
practica
ενεστώτα μετοχή
practicando
απλός αόριστος
practiqué
παθητική μετοχή
practicado
Παραδείγματα
Practico piano todos los días para mejorar. 

Εξασκούμαι στο πιάνο κάθε μέρα για να βελτιωθώ.

02

παίζω

realizar una actividad deportiva o física con regularidad 
Παραδείγματα
Practico tenis los fines de semana. 

Παίζω τένις τα σαββατοκύριακα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store