Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
practicar
01
εξασκώ
repetir una actividad para mejorar habilidades o prepararse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
practico
γ΄ ενικό πρόσωπο
practica
ενεστώτα μετοχή
practicando
απλός αόριστος
practiqué
παθητική μετοχή
practicado
Παραδείγματα
Practico piano todos los días para mejorar.
Εξασκούμαι στο πιάνο κάθε μέρα για να βελτιωθώ.
02
παίζω
realizar una actividad deportiva o física con regularidad
Παραδείγματα
Practico tenis los fines de semana.
Παίζω τένις τα σαββατοκύριακα.



























