multicolor
mul
mul
μουλ
ti
ti
τι
co
ko
κο
lor
ˈloɾ
λορ
provocadorexprimidorconsumidordevastador

Ορισμός και σημασία του "multicolor"στα ισπανικά

multicolor
01

πολύχρωμος

que tiene muchos colores diferentes 
multicolor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más multicolor
συγκριτικός βαθμός
más multicolor
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
multicolor
αρσενικό πληθυντικό
multicolores
θηλυκό ενικό
multicolor
θηλυκό πληθυντικό
multicolores
θεματικό πεδίο
color, apariencia, textiles
Παραδείγματα
Compré una bufanda multicolor. 

Αγόρασα ένα πολύχρωμο κασκόλ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

multicolor
color
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store