fiel
fiel
fjel
fyel
mielrielpielpapel

Ορισμός και σημασία του "fiel"στα ισπανικά

01

πιστός

que demuestra lealtad, constancia o compromiso hacia alguien o algo 
fiel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más fiel
συγκριτικός βαθμός
más fiel
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
fiel
αρσενικό πληθυντικό
fieles
θηλυκό ενικό
fiel
θηλυκό πληθυντικό
fieles
θεματικό πεδίο
lealtad, comportamiento, relaciones
Παραδείγματα
Es un perro muy fiel a su dueño. 

Είναι ένας πολύ πιστός σκύλος στον ιδιοκτήτη του.

01

πιστός, πιστεύων

persona que sigue con devoción una religión o fe 
el fiel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
fieles
Παραδείγματα
Los fieles rezan en la iglesia. 

Οι πιστοί προσεύχονται στην εκκλησία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store