Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nevar
[past form: nevé][present form: nievo]
01
χιονίζει, πέφτει χιόνι
caer nieve desde las nubes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
nievo
γ΄ ενικό πρόσωπο
nieva
ενεστώτα μετοχή
nevando
απλός αόριστος
nevé
παθητική μετοχή
nevado
Παραδείγματα
Me encanta ver nevar desde la ventana.
Λατρεύω να βλέπω να χιονίζει από το παράθυρο.
02
πασπαλίζω, ρίχνω
cubrir ligeramente un alimento con una sustancia en polvo, como azúcar, harina o queso rallado
Παραδείγματα
Me gusta nevar mis galletas con chocolate en polvo.
Μου αρέσει να πασπαλίζω τα μπισκότα μου με σκόνη κακάο.



























