Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nevar
01
χιονίζει, πέφτει χιόνι
caer nieve desde las nubes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
nievo
γ΄ ενικό πρόσωπο
nieva
ενεστώτα μετοχή
nevando
απλός αόριστος
nevé
παθητική μετοχή
nevado
Παραδείγματα
Hoy está nevando en la montaña.
Σήμερα χιονίζει στο βουνό.
02
πασπαλίζω, ρίχνω
cubrir ligeramente un alimento con una sustancia en polvo, como azúcar, harina o queso rallado
Παραδείγματα
Vamos a nevar el pastel con azúcar glas.
Θα πασπαλίσουμε την τούρτα με ζάχαρη άχνη.



























