Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reservar
01
κάνω κράτηση, διατηρώ
guardar un lugar o cosa para usarlo después
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
reservo
γ΄ ενικό πρόσωπο
reserva
ενεστώτα μετοχή
reservando
απλός αόριστος
reservé
παθητική μετοχή
reservado
Παραδείγματα
Reservé una mesa para cuatro personas en el restaurante.
Κάνω κράτηση τραπεζιού για τέσσερα άτομα στο εστιατόριο.
02
κρατώ, φυλάσσω
guardar algo para un uso o propósito especial
Παραδείγματα
Reservé un poco de comida para más tarde.
Κρατήστε λίγο φαγητό για αργότερα.
03
κρατώ
guardar para uno mismo una opinión o derecho sin compartirlo o usarlo de inmediato
Παραδείγματα
Prefiero reservarme mi opinión hasta saber más detalles.
Προτιμώ να κρατήσω τη γνώμη μου μέχρι να μάθω περισσότερες λεπτομέρειες.
04
συγκρατούμαι
controlarse a uno mismo y no gastar toda la energía o recursos para un momento futuro
Παραδείγματα
Me estoy reservando para la fiesta de mañana.
Αποθηκεύω τον εαυτό μου για το πάρτι αύριο.



























