Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mediano
01
μεσαίος, μέσος
que tiene un tamaño ni pequeño ni grande; que está en el medio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más mediano
συγκριτικός βαθμός
más mediano
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
mediano
αρσενικό πληθυντικό
medianos
θηλυκό ενικό
mediana
θηλυκό πληθυντικό
medianas
Παραδείγματα
El árbol tiene una altura mediana.
Το δέντρο έχει μεσαίο ύψος.
02
μέσος, κεντρικός
que está situado en el centro o en la posición media entre dos extremos
Παραδείγματα
El asiento mediano está reservado para el invitado especial.
Η μεσαία θέση είναι δεσμευμένη για τον ειδικό επισκέπτη.
03
μέσος, διάμεσος
que representa un valor intermedio o promedio dentro de un grupo o conjunto
Παραδείγματα
El salario mediano en este país es suficiente para vivir.
Ο διάμεσος μισθός σε αυτή τη χώρα είναι αρκετός για να ζήσεις.
04
συνηθισμένος, μέτριος
que es común, regular o no sobresale
Παραδείγματα
La fiesta fue mediana, ni muy divertida ni aburrida.
Το πάρτι ήταν μέτριο, ούτε πολύ διασκεδαστικό ούτε βαρετό.



























