Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
demostrar
01
αποδεικνύω
probar que algo es cierto mediante hechos, razones o ejemplos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
demuestro
γ΄ ενικό πρόσωπο
demuestra
ενεστώτα μετοχή
demostrando
απλός αόριστος
demostré
παθητική μετοχή
demostrado
Παραδείγματα
El científico demostró la teoría con un experimento.
Ο επιστήμονας απέδειξε τη θεωρία με ένα πείραμα.



























