Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gobernar
01
κυβερνώ
ejercer la autoridad política sobre un país o territorio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
gobierno
γ΄ ενικό πρόσωπο
gobierna
ενεστώτα μετοχή
gobernando
απλός αόριστος
goberné
παθητική μετοχή
gobernado
Παραδείγματα
El partido promete gobernar con honestidad.
Το κόμμα υπόσχεται να κυβερνήσει με ειλικρίνεια.



























