Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gobernar
[past form: goberné][present form: gobierno]
01
κυβερνώ
ejercer la autoridad política sobre un país o territorio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
gobierno
γ΄ ενικό πρόσωπο
gobierna
ενεστώτα μετοχή
gobernando
απλός αόριστος
goberné
παθητική μετοχή
gobernado
Παραδείγματα
¿ Quién va a gobernar después de las elecciones?
Ποιος θα κυβερνήσει μετά τις εκλογές;



























