Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La sistema
01
σύστημα, σύνολο
conjunto de elementos que funcionan juntos como un todo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
sistemas
Παραδείγματα
El sistema solar tiene ocho planetas.
Το ηλιακό σύστημα έχει οκτώ πλανήτες.
02
σύστημα
conjunto de componentes informáticos que trabajan juntos para procesar información
Παραδείγματα
Mi computadora tiene un sistema operativo actualizado.
Ο υπολογιστής μου έχει ένα ενημερωμένο λειτουργικό σύστημα.
03
σύστημα
conjunto de órganos o estructuras que cumplen una función corporal específica
Παραδείγματα
El sistema digestivo procesa los alimentos.
Το σύστημα πέψης επεξεργάζεται τα τρόφιμα.



























