Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La rueda
01
ρόδα
pieza redonda que gira y permite el movimiento de un vehículo u objeto
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
ruedas
Παραδείγματα
La bicicleta tiene dos ruedas.
Το ποδήλατο έχει δύο ρόδες.
02
κύκλος, ρόδα
grupo de personas o cosas dispuestas en forma circular
Παραδείγματα
Los niños formaron una rueda para jugar.
Τα παιδιά σχημάτισαν μια ροδέλα για να παίξουν.



























