Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
directo
01
άμεσος, χωρίς μεσάζοντες
que va o se realiza sin intermediarios ni desvíos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más directo
συγκριτικός βαθμός
más directo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
directo
αρσενικό πληθυντικό
directos
θηλυκό ενικό
directa
θηλυκό πληθυντικό
directas
Παραδείγματα
Tomó un vuelo directo a Madrid.
Πήρε μια απευθείας πτήση για Μαδρίτη.
El directo
01
transmisión de audio o video en tiempo real a través de internet
γραμματικές πληροφορίες
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El directo comenzó a las ocho de la noche.



























