Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La papel
01
χαρτί
material delgado y plano que se usa para escribir, imprimir o envolver
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
papeles
Παραδείγματα
Necesito papel para imprimir el documento.
Χρειάζομαι χαρτί για να εκτυπώσω το έγγραφο.
02
έγγραφο
escrito oficial que tiene validez legal o administrativa
Παραδείγματα
Necesito presentar este papel en la oficina.
Πρέπει να υποβάλω αυτό το έγγραφο στο γραφείο.
03
ρόλος
función, cargo o papel que alguien desempeña en un grupo, situación o actividad
Παραδείγματα
Cada miembro del equipo tiene un papel específico.
Κάθε μέλος της ομάδας έχει έναν συγκεκριμένο ρόλο.
04
ρόλος
función o rol que alguien tiene en una situación o en una obra
Παραδείγματα
Ella tiene un papel importante en la película.
Έχει έναν σημαντικό ρόλο στην ταινία.



























