Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La vida
01
ζωή
estado de existencia y actividad de los seres humanos, animales o plantas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
vidas
Παραδείγματα
La vida cambia constantemente.
Η ζωή αλλάζει συνεχώς.
02
μέσα διαβίωσης
conjunto de medios o actividades que permiten a una persona mantenerse y subsistir
Παραδείγματα
Busca una mejor vida en otro país.
Ψάχνει για μια καλύτερη ζωή σε μια άλλη χώρα.



























