Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
de pie
01
στέκοντας, σε όρθια στάση
en posición vertical sobre los pies, sin sentarse ni recostarse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más de pie
συγκριτικός βαθμός
más de pie
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
de pie
αρσενικό πληθυντικό
de pie
θηλυκό ενικό
de pie
θηλυκό πληθυντικό
de pie
Παραδείγματα
Se quedó de pie mientras hablaba con el director.
Παραμένει όρθιος ενώ μιλούσε με τον διευθυντή.



























