Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
de pie
01
στέκοντας, σε όρθια στάση
en posición vertical sobre los pies, sin sentarse ni recostarse
Παραδείγματα
Se quedó de pie mientras hablaba con el director.
Παραμένει όρθιος ενώ μιλούσε με τον διευθυντή.



























