Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
significar
[past form: signifiqué][present form: significo]
01
σημαίνω
tener un significado o representar algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
significo
γ΄ ενικό πρόσωπο
significa
ενεστώτα μετοχή
significando
απλός αόριστος
signifiqué
παθητική μετοχή
significado
Παραδείγματα
¿ Sabes qué significa esta frase?
Ξέρεις τι σημαίνει αυτή η φράση ;



























