Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ayudar
01
βοηθώ
prestar apoyo o asistencia a alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
ayudo
γ΄ ενικό πρόσωπο
ayuda
ενεστώτα μετοχή
ayudando
απλός αόριστος
ayudé
παθητική μετοχή
ayudado
Παραδείγματα
Ellos ayudan a los niños a aprender a leer.
Αυτοί βοηθούν τα παιδιά να μάθουν να διαβάζουν.



























