ayudar
a
a
a
yu
ʝu
yoo
dar
ˈðaɾ
dhar
ayunaranudar

Ορισμός και σημασία του "ayudar"στα ισπανικά

ayudar
01

βοηθώ

prestar apoyo o asistencia a alguien 
ayudar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
ayudo
γ΄ ενικό πρόσωπο
ayuda
ενεστώτα μετοχή
ayudando
απλός αόριστος
ayudé
παθητική μετοχή
ayudado
Παραδείγματα
¿Puedes ayudarme con esta tarea? 

Μπορείτε να με βοηθήσετε με αυτήν την εργασία ;

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store