ayudar
Pronunciation
/ˌajjuðˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "ayudar"στα ισπανικά

ayudar
01

βοηθώ

prestar apoyo o asistencia a alguien
ayudar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
ayudo
γ΄ ενικό πρόσωπο
ayuda
ενεστώτα μετοχή
ayudando
απλός αόριστος
ayudé
παθητική μετοχή
ayudado
Παραδείγματα
Ellos ayudan a los niños a aprender a leer.
Αυτοί βοηθούν τα παιδιά να μάθουν να διαβάζουν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store