Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El cambio
[gender: masculine]
01
αλλαγή
acción o resultado de cambiar o modificar algo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cambios
Παραδείγματα
Los cambios tecnológicos son constantes.
Οι τεχνολογικές αλλαγές είναι σταθερές.
02
ψιλά, ρεπό
dinero en monedas o billetes pequeños que se usa para pagar cantidades exactas
Παραδείγματα
La cajera me dio el cambio mal.
Η ταμίας μου έδωσε λάθος ρέστα.
03
αλλαγή, αντικατάσταση
sustitución de una cosa por otra
Παραδείγματα
El cambio de neumáticos fue rápido.
Η αλλαγή των ελαστικών ήταν γρήγορη.



























