Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
seguir
01
ακολουθώ
ir detrás de alguien o algo para acompañarlo o alcanzarlo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
sigo
γ΄ ενικό πρόσωπο
sigue
ενεστώτα μετοχή
siguiendo
απλός αόριστος
seguí
παθητική μετοχή
seguido
Παραδείγματα
El perro sigue a su dueño por toda la casa.
Ο σκύλος ακολουθεί τον ιδιοκτήτη του σε όλο το σπίτι.
02
ακολουθώ, ακολουθώ
mantenerse conectado con publicaciones de alguien o un cuenta
Παραδείγματα
Decidí seguir a mi amigo en Instagram.
Αποφάσισα να ακολουθήσω τον φίλο μου στο Instagram.
03
ακολουθώ, τηρώ
cumplir o acatar una norma, consejo o instrucción
Παραδείγματα
Debes seguir las instrucciones del profesor.
Πρέπει να ακολουθήσεις τις οδηγίες του δασκάλου.



























