el chófer
chó
ˈʧo
cho
fer
feɾ
fer

Ορισμός και σημασία του "chófer"στα ισπανικά

01

οδηγός, σοφέρ

una persona cuyo trabajo es conducir un vehículo para otros 
el chófer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
chóferes
αρσενικό ενικό
chófer
θηλυκό ενικό
chófer
neutral form
conductor/conductora
Παραδείγματα
El chófer abrió la puerta del coche para la invitada. 

Ο οδηγός άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου για την καλεσμένη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store