el colega
co
ko
κο
le
ˈle
λε
ga
ɣa
γα
coleta

Ορισμός και σημασία του "colega"στα ισπανικά

01

συνάδελφος, συνεργάτης

persona que trabaja en el mismo lugar o en la misma profesión que otra 
el colega definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Colegas
θηλυκό ενικό
Colega
Παραδείγματα
Juan es mi colega en la oficina. 

Ο Χουάν είναι ο συνάδελφός μου στο γραφείο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store