el adulto
a
a
a
dul
ˈðul
dhool
to
to
to
adusto

Ορισμός και σημασία του "adulto"στα ισπανικά

01

ενήλικας

persona que ha alcanzado la madurez física y legal 
el adulto definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
adultos
Παραδείγματα
El adulto tiene derecho a votar en las elecciones. 

Ο ενήλικος έχει το δικαίωμα να ψηφίζει στις εκλογές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store