Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
empujar
01
σπρώχνω
aplicar fuerza con las manos o el cuerpo para mover algo o a alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
empujo
γ΄ ενικό πρόσωπο
empuja
ενεστώτα μετοχή
empujando
απλός αόριστος
empujé
παθητική μετοχή
empujado
Παραδείγματα
El niño empujó la puerta para abrirla.
Το παιδί σπρώξει την πόρτα για να την ανοίξει.



























