Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
venir
01
έρχομαι
moverse desde otro lugar hacia el lugar donde está el hablante
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
vengo
γ΄ ενικό πρόσωπο
viene
ενεστώτα μετοχή
viniendo
απλός αόριστος
vine
παθητική μετοχή
venido
Παραδείγματα
Voy a venir a tu casa mañana.
Θα έλθω στο σπίτι σου αύριο.
02
έρχομαι
tener origen o provenir de un lugar determinado
Παραδείγματα
Yo vengo de México.
Έρχομαι από το Μεξικό.
03
έρχομαι
llegar o aparecer en un momento o lugar
Παραδείγματα
El invierno viene pronto.
Ο χειμώνας έρχεται σύντομα.
04
να περιλαμβάνεται, να είναι διαθέσιμο με
encontrarse incluido o disponible con algo
Παραδείγματα
El teléfono viene con una funda.
Το τηλέφωνο έρχεται με μια θήκη.



























