Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beber
01
πίνω
tomar un líquido por la boca
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
bebo
γ΄ ενικό πρόσωπο
bebe
ενεστώτα μετοχή
bebiendo
απλός αόριστος
bebí
παθητική μετοχή
bebido
Παραδείγματα
¿Quieres beber agua o jugo?
Θέλεις να πιεις νερό ή χυμό ;
1.1
πίνω
tomar líquido en general
Intransitive
Παραδείγματα
Hace mucho calor; debemos beber para no deshidratarnos.
Κάνει πολύ ζέστη· πρέπει να πίνουμε για να μην αφυδατωθούμε.
02
πίνω (αλκοόλ)
consumir bebidas alcohólicas
Παραδείγματα
¿Quién está bebiendo vino tinto en la cocina?
Ποιος πίνει κόκκινο κρασί στην κουζίνα ?
2.1
πίνω (αλκοόλ)
tomar bebidas alcohólicas
Intransitive
Παραδείγματα
Juan bebe los fines de semana con sus amigos.
Ο Χουάν πίνει τα σαββατοκύριακα με τους φίλους του.
03
πίνω με μια ανάσα
tomar una bebida completamente o con énfasis
Παραδείγματα
Se bebió el café en un segundo.
Ήπιε τον καφέ του σε ένα δευτερόλεπτο.



























