sacrificar
Pronunciation
/sˌakɾifikˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "sacrificar"στα ισπανικά

sacrificar
[past form: sacrifiqué][present form: sacrifico]
01

θυσιάζω, προσφέρω

ofrecer o dar algo valioso por un propósito mayor
sacrificar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
sacrifico
γ΄ ενικό πρόσωπο
sacrifica
ενεστώτα μετοχή
sacrificando
απλός αόριστος
sacrifiqué
παθητική μετοχή
sacrificado
Παραδείγματα
A veces hay que sacrificar comodidad por seguridad.
Μερικές φορές πρέπει να θυσιάσεις την άνεση για την ασφάλεια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store