Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sacrificar
01
θυσιάζω, προσφέρω
ofrecer o dar algo valioso por un propósito mayor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
sacrifico
γ΄ ενικό πρόσωπο
sacrifica
ενεστώτα μετοχή
sacrificando
απλός αόριστος
sacrifiqué
παθητική μετοχή
sacrificado
Παραδείγματα
El agricultor sacrificó parte de su cosecha para alimentar al ganado.
Ο αγρότης θυσίασε μέρος της σοδειάς του για να ταΐσει το κοπάδι.



























