Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sacrificar
[past form: sacrifiqué][present form: sacrifico]
01
θυσιάζω, προσφέρω
ofrecer o dar algo valioso por un propósito mayor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
sacrifico
γ΄ ενικό πρόσωπο
sacrifica
ενεστώτα μετοχή
sacrificando
απλός αόριστος
sacrifiqué
παθητική μετοχή
sacrificado
Παραδείγματα
A veces hay que sacrificar comodidad por seguridad.
Μερικές φορές πρέπει να θυσιάσεις την άνεση για την ασφάλεια.



























