sacrificar
sac
sak
sak
ri
ɾi
ri
fi
fi
fi
car
ˈkaɾ
kar
extraditarreutilizarsentenciarsolucionar

Ορισμός και σημασία του "sacrificar"στα ισπανικά

sacrificar
01

θυσιάζω, προσφέρω

ofrecer o dar algo valioso por un propósito mayor 
sacrificar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
sacrifico
γ΄ ενικό πρόσωπο
sacrifica
ενεστώτα μετοχή
sacrificando
απλός αόριστος
sacrifiqué
παθητική μετοχή
sacrificado
Παραδείγματα
El agricultor sacrificó parte de su cosecha para alimentar al ganado. 

Ο αγρότης θυσίασε μέρος της σοδειάς του για να ταΐσει το κοπάδι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store