Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El campo
01
επαρχία
zona rural, lejos de la ciudad y rodeada de naturaleza
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
campos
Παραδείγματα
Vivo en el campo, no en la ciudad.
Ζω στην επαρχία, όχι στην πόλη.
02
αγρόκτημα, γεωργική έκταση
terreno grande donde se cultivan plantas o crían animales
Παραδείγματα
Trabajan todo el día en el campo.
Δουλεύουν όλη μέρα στο χωράφι.
03
γήπεδο
lugar al aire libre donde se juega a deportes como el fútbol o el béisbol
Παραδείγματα
Jugamos al fútbol en el campo.
Παίζουμε ποδόσφαιρο στο γήπεδο.



























