Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El bienestar
01
ευημερία
estado de equilibrio físico, mental y social positivo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El deporte mejora el bienestar.
Ο αθλητισμός βελτιώνει την ευημερία.



























