Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El bienestar
[gender: masculine]
01
ευημερία
estado de equilibrio físico, mental y social positivo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El arte y la música aumentan el bienestar.
Η τέχνη και η μουσική αυξάνουν την ευημερία.



























