Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
adelgazar
01
αδυνατίζω, χάνω βάρος
perder peso o volverse más delgado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
adelgazo
γ΄ ενικό πρόσωπο
adelgaza
ενεστώτα μετοχή
adelgazando
απλός αόριστος
adelgacé
παθητική μετοχή
adelgazado
Παραδείγματα
Quiero adelgazar antes del verano.
Θέλω να αδυνατίσω πριν το καλοκαίρι.



























