Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
adelgazar
[past form: adelgacé][present form: adelgazo]
01
αδυνατίζω, χάνω βάρος
perder peso o volverse más delgado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
adelgazo
γ΄ ενικό πρόσωπο
adelgaza
ενεστώτα μετοχή
adelgazando
απλός αόριστος
adelgacé
παθητική μετοχή
adelgazado
Παραδείγματα
Estoy tratando de adelgazar poco a poco.
Προσπαθώ να χάσω βάρος σιγά σιγά.



























