Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tender
01
απλώνω
colgar ropa u otros objetos para que se sequen o se mantengan colgados
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
tiendo
γ΄ ενικό πρόσωπο
tiende
ενεστώτα μετοχή
tendiendo
απλός αόριστος
tendí
παθητική μετοχή
tendido
Παραδείγματα
Voy a tender la ropa en el tendedero.
Πάω να κρεμάσω τα ρούχα στη στεγνωτήρια.
02
έχω την τάση να
tener la tendencia o inclinación a hacer algo
Παραδείγματα
Ella tiende a llegar tarde a las reuniones.
Εκείνη τείνει να φτάνει αργά στις συναντήσεις.
Λεξικό Δέντρο
entender
tender



























