Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
probar
01
δοκιμάζω
comer o beber una pequeña cantidad de algo para saber cómo sabe
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
pruebo
γ΄ ενικό πρόσωπο
prueba
ενεστώτα μετοχή
probando
απλός αόριστος
probé
παθητική μετοχή
probado
Παραδείγματα
Quiero probar el pastel.
Θέλω να δοκιμάσω την τούρτα.
02
δοκιμάζω, δοκιμάζω να φορέσω
ponerse una prenda de ropa para ver si queda bien
Παραδείγματα
Me quiero probar esta camisa.
Θέλω να δοκιμάσω αυτό το πουκάμισο.
03
δοκιμάζω, ελέγχω
experimentar, examinar o poner a prueba algo para conocer su funcionamiento, calidad o efecto
Παραδείγματα
Quiero probar este coche antes de comprarlo.
Θέλω να δοκιμάσω αυτό το αυτοκίνητο πριν το αγοράσω.
Λεξικό Δέντρο
probar
bar



























