planificar
pla
pla
πλα
ni
ni
νι
fi
fi
φι
car
ˈkaɾ
καρ
visualizardistanciarpredominaratestiguar

Ορισμός και σημασία του "planificar"στα ισπανικά

planificar
01

σχεδιάζω

organizar con anticipación lo que se va a hacer 
planificar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
planifico
γ΄ ενικό πρόσωπο
planifica
ενεστώτα μετοχή
planificando
απλός αόριστος
planifiqué
παθητική μετοχή
planificado
Παραδείγματα
Necesitamos planificar las vacaciones. 

Πρέπει να σχεδιάσουμε τις διακοπές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store