Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
planificar
[past form: planifiqué][present form: planifico]
01
σχεδιάζω
organizar con anticipación lo que se va a hacer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
planifico
γ΄ ενικό πρόσωπο
planifica
ενεστώτα μετοχή
planificando
απλός αόριστος
planifiqué
παθητική μετοχή
planificado
Παραδείγματα
Vamos a planificar el proyecto en grupo.
Θα σχεδιάσουμε το έργο σε ομάδα.



























