Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
planchar
01
σιδερώνω, στρώνω
quitar las arrugas de la ropa usando una plancha
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
plancho
γ΄ ενικό πρόσωπο
plancha
ενεστώτα μετοχή
planchando
απλός αόριστος
planché
παθητική μετοχή
planchado
Παραδείγματα
Tengo que planchar mi camisa antes de la reunión.
Πρέπει να σιδερώσω το πουκάμισό μου πριν από τη συνάντηση.



























