planchar
Pronunciation
/plantʃˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "planchar"στα ισπανικά

planchar
01

σιδερώνω, στρώνω

quitar las arrugas de la ropa usando una plancha
planchar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
plancho
γ΄ ενικό πρόσωπο
plancha
ενεστώτα μετοχή
planchando
απλός αόριστος
planché
παθητική μετοχή
planchado
Παραδείγματα
Planchar la ropa ayuda a que se vea mejor.
Σιδέρωμα των ρούχων βοηθά να φαίνονται καλύτερα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store