Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cotidiano
01
καθημερινός, ημερήσιος
que ocurre o se hace todos los días
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cotidiano
αρσενικό πληθυντικό
cotidianos
θηλυκό ενικό
cotidiana
θηλυκό πληθυντικό
cotidianas
Παραδείγματα
El periódico publica noticias cotidianas.
Η εφημερίδα δημοσιεύει καθημερινές ειδήσεις.



























