cotidiano
co
ko
ko
tid
ˈtið
tidh
ia
ja
ya
no
no
no
balonmanociudadanoparmesanoamericano

Ορισμός και σημασία του "cotidiano"στα ισπανικά

01

καθημερινός, ημερήσιος

que ocurre o se hace todos los días 
cotidiano definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cotidiano
αρσενικό πληθυντικό
cotidianos
θηλυκό ενικό
cotidiana
θηλυκό πληθυντικό
cotidianas
Παραδείγματα
El periódico publica noticias cotidianas. 

Η εφημερίδα δημοσιεύει καθημερινές ειδήσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store