cotidiano
Pronunciation
/kˌotiðjˈano/

Ορισμός και σημασία του "cotidiano"στα ισπανικά

01

καθημερινός, ημερήσιος

que ocurre o se hace todos los días
cotidiano definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cotidiano
αρσενικό πληθυντικό
cotidianos
θηλυκό ενικό
cotidiana
θηλυκό πληθυντικό
cotidianas
Παραδείγματα
Tengo una rutina cotidiana de ejercicio por la mañana.
Έχω μια καθημερινή ρουτίνα άσκησης το πρωί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store