acertar
a
a
a
cer
θeɾ
ther
tar
ˈtaɾ
tar
aceptaracercaralertaracortar

Ορισμός και σημασία του "acertar"στα ισπανικά

acertar
01

μαντεύω σωστά, δίνω τη σωστή απάντηση

adivinar o dar la respuesta correcta 
acertar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
acierto
γ΄ ενικό πρόσωπο
acierta
ενεστώτα μετοχή
acertando
απλός αόριστος
acerté
παθητική μετοχή
acertado
Παραδείγματα
Ella siempre acierta en los concursos de televisión. 

Εκείνη πάντα μαντεύει σωστά σε διαγωνισμούς τηλεόρασης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store