Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acertar
[past form: acerté][present form: acierto]
01
μαντεύω σωστά, δίνω τη σωστή απάντηση
adivinar o dar la respuesta correcta
Παραδείγματα
Es difícil acertar sin tener suficiente información.
Είναι δύσκολο να μαντέψεις χωρίς να έχεις αρκετές πληροφορίες.



























