Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acertar
01
μαντεύω σωστά, δίνω τη σωστή απάντηση
adivinar o dar la respuesta correcta
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
acierto
γ΄ ενικό πρόσωπο
acierta
ενεστώτα μετοχή
acertando
απλός αόριστος
acerté
παθητική μετοχή
acertado
Παραδείγματα
Ella siempre acierta en los concursos de televisión.
Εκείνη πάντα μαντεύει σωστά σε διαγωνισμούς τηλεόρασης.



























