Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lucir
[past form: lucí][present form: luzco]
01
φοράω, επιδεικνύω
mostrar algo con orgullo o usar ropa o accesorios para verse bien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
luzco
γ΄ ενικό πρόσωπο
luce
ενεστώτα μετοχή
luciendo
απλός αόριστος
lucí
παθητική μετοχή
lucido
Παραδείγματα
Me encanta lucir accesorios llamativos.
Λατρεύω να επιδεικνύω εντυπωσιακά αξεσουάρ.
02
λάμπω, ακτινοβολώ
emitir luz o reflejar brillo, destacar visualmente
Παραδείγματα
El lago lucía tranquilo y reflejaba el cielo.
Η λίμνη λάμπει ήρεμα και αντανακλά τον ουρανό.



























