Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lucir
01
φοράω, επιδεικνύω
mostrar algo con orgullo o usar ropa o accesorios para verse bien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
luzco
γ΄ ενικό πρόσωπο
luce
ενεστώτα μετοχή
luciendo
απλός αόριστος
lucí
παθητική μετοχή
lucido
Παραδείγματα
Ella lucía un vestido rojo en la fiesta.
Αυτή φορούσε ένα κόκκινο φόρεμα στο πάρτι.
02
λάμπω, ακτινοβολώ
emitir luz o reflejar brillo, destacar visualmente
Παραδείγματα
Las estrellas lucen en el cielo nocturno.
Τα αστέρια λάμπουν στον νυχτερινό ουρανό.



























