lucir
lu
lu
loo
cir
ˈθiɾ
thir
morirvenirfreírrugir

Ορισμός και σημασία του "lucir"στα ισπανικά

01

φοράω, επιδεικνύω

mostrar algo con orgullo o usar ropa o accesorios para verse bien 
lucir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
luzco
γ΄ ενικό πρόσωπο
luce
ενεστώτα μετοχή
luciendo
απλός αόριστος
lucí
παθητική μετοχή
lucido
Παραδείγματα
Ella lucía un vestido rojo en la fiesta. 

Αυτή φορούσε ένα κόκκινο φόρεμα στο πάρτι.

02

λάμπω, ακτινοβολώ

emitir luz o reflejar brillo, destacar visualmente 
lucir definition and meaning
Παραδείγματα
Las estrellas lucen en el cielo nocturno. 

Τα αστέρια λάμπουν στον νυχτερινό ουρανό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store