lucir
Pronunciation
/luθˈiɾ/

Ορισμός και σημασία του "lucir"στα ισπανικά

lucir
[past form: lucí][present form: luzco]
01

φοράω, επιδεικνύω

mostrar algo con orgullo o usar ropa o accesorios para verse bien
lucir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
luzco
γ΄ ενικό πρόσωπο
luce
ενεστώτα μετοχή
luciendo
απλός αόριστος
lucí
παθητική μετοχή
lucido
Παραδείγματα
Me encanta lucir accesorios llamativos.
Λατρεύω να επιδεικνύω εντυπωσιακά αξεσουάρ.
02

λάμπω, ακτινοβολώ

emitir luz o reflejar brillo, destacar visualmente
lucir definition and meaning
Παραδείγματα
El lago lucía tranquilo y reflejaba el cielo.
Η λίμνη λάμπει ήρεμα και αντανακλά τον ουρανό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store