Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bendecir
01
ευλογώ
dar protección, gracia o santidad a alguien o algo por medio de una oración o ceremonia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
bendigo
γ΄ ενικό πρόσωπο
bendice
ενεστώτα μετοχή
bendiciendo
απλός αόριστος
bendije
παθητική μετοχή
bendecido,bendito
Παραδείγματα
Los fieles pidieron a Dios que bendijera su trabajo.
Οι πιστοί ζήτησαν από τον Θεό να ευλογήσει το έργο τους.



























