Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bendecir
01
ευλογώ
dar protección, gracia o santidad a alguien o algo por medio de una oración o ceremonia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
bendigo
γ΄ ενικό πρόσωπο
bendice
ενεστώτα μετοχή
bendiciendo
απλός αόριστος
bendije
παθητική μετοχή
bendecido,bendito
Παραδείγματα
El sacerdote bendijo a los fieles al final de la misa.
Ο ιερέας ευλόγησε τους πιστούς στο τέλος της λειτουργίας.



























