Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
retrasar
[past form: me retrasé][present form: me retraso]
01
αργώ
llegar más tarde de lo previsto o no cumplirse en el tiempo esperado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
retraso
γ΄ ενικό πρόσωπο
retrasa
ενεστώτα μετοχή
retrasando
απλός αόριστος
me retrasé
παθητική μετοχή
retrasado
Παραδείγματα
Me retrasé en entregar el informe.
Καθυστέρησα στην παράδοση της αναφοράς.



























